Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

S. Freud, Θεωρίες του άγχους

Εισήγηση στην Ελληνική Εταιρεία Ομαδικής Ανάλυσης & Οικογενειακής Θεραπείας, στις 7/2/2006
 Ευαγγελία Κυβέλου

S. FREUD. Οι θεωρίες του άγχους.

Α. Η πρώτη θεωρία του άγχους.

Η αρχική θεωρία του Freud από το 1895 έως το 1926, για το άγχος, ήταν ότι αυτό προέκυπτε από μια συσσώρευση μη αποφορτισμένης λίμπιντο. Σύμφωνα με αυτή την θεωρία η συσσώρευση αυτής της μη αποφορτισμένης λίμπιντο, είτε συνέβαινε εξ΄ αιτίας εξωτερικών παραγόντων είτε εσωτερικών απαγορεύσεων, είχε ως αποτέλεσμα την μετατροπή αυτής, σε άγχος. Δεν εξηγεί το, όμως με ποιο τρόπο και πότε λάμβανε χώρα αυτή η μεταμόρφωση.
Το 1920 στο “Πέραν της αρχής της ηδονής”, και το 1923 στο “Εγώ και το εκείνο”, ο Freud αναπτύσσει την θεωρία των ενορμήσεων και την δομική υπόθεση, όπου και επέρχεται βασική αλλαγή στον τρόπο που εξετάζουν οι ψυχαναλυτές τα ψυχικά φαινόμενα. Μέχρι τότε η προσοχή και η ανάλυση αυτών των φαινομένων γινόταν δίνοντας έμφαση στα διάφορα αναπτυξιακά στάδια του ατόμου, από εδώ και πέρα το ενδιαφέρον στρέφεται σε αυτό που αποκαλούμε ενορμητική διεργασία.
Στο “Πέραν της αρχής της ηδονής”, ο Freud συνδέει και συγχρόνως διαχωρίζει, την έννοια του άγχους, του φόβου και του τρόμου. Γράφει: “Το άγχος δηλώνει μια ορισμένη κατάσταση όπως αναμονή του κινδύνου και προετοιμασία γι΄ αυτόν, ακόμη και αν ο κίνδυνος είναι άγνωστος` ο φόβος απαιτεί ένα ορισμένο αντικείμενο, το οποίο φοβούμαστε` ο τρόμος χαρακτηρίζει την κατάσταση, στην οποία περιερχόμαστε, όταν κινδυνεύουμε χωρίς να είμαστε προετοιμασμένοι, τονίζοντας έτσι το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Δεν πιστεύω ότι το άγχος μπορεί να προκαλέσει μια τραυματική νεύρωση` το άγχος περιέχει κάτι που προστατεύει από τον τρόμο και κατά συνέπεια από την τρομώδη νεύρωση.”
Κατά αυτή την θεωρία, ή έννοια “άγχος” δήλωνε ένα παθολογικό τύπο φόβου, ο οποίος διαφοροποιεί το, από τον φυσιολογικό φόβο, λόγω του ότι δεν είχε σαν αντικείμενο του ένα υπαρκτό εξωτερικό κίνδυνο. Το άγχος, σύμφωνα πάντα με αυτήν την θεωρία, ήταν μεταμορφωμένη λίμπιντο, δηλ. ήταν μια παθολογική εκδήλωση της ενορμητικής ενέργειας.

Β. Η δεύτερη θεωρία του άγχους.


Το 1926, ο Freud, γράφει το “Αναστολή, Σύμπτωμα και Άγχος”, όπου διατυπώνεται η δεύτερη θεωρία του άγχους, η οποία ισχύει μέχρι και σήμερα.
Ο Freud θεώρησε ότι το άγχος έχει μια βιολογική, κληρονομική βάση και παίζει σημαντικό ρόλο για την επιβίωση του ατόμου. Ο άνθρωπος γεννιέται με αυτήν την ικανότητα να αντιδρά στις ψυχολογικές και σωματικές πιέσεις αναπτύσσοντας άγχος.
Σε αυτή την δεύτερη θεωρία εγκαταλείπεται πλήρως η ιδέα ότι το άγχος είναι μια μεταμόρφωση μη αποφορτισμένης λίμπιντο και προκειμένου να εξηγηθεί η έννοια του άγχους εισάγεται ο όρος “τραυματικές καταστάσεις” η “καταστάσεις κινδύνου”.
Ως “τραυματική κατάσταση” ορίζουμε μια μεγάλη εισροή ερεθισμάτων που το εγώ δεν είναι σε θέσει να ελέγξει η να αποφορτίσει. Πιστεύεται ότι όταν συμβαίνει αυτό δημιουργείται άγχος.
Όσο πιο ανώριμο είναι το εγώ τόσο περισσότερο άγχος θα αναπτυχθεί από την έλευση μεγάλων ποσοτήτων ερεθισμάτων που δεν θα μπορέσει να τα διαχειρισθεί η να τα αποφορτίσει. Για τον Freud η γέννηση αποτελεί το αρχέτυπο βάση του οποίου θα αναπτυχθούν όλες οι μετέπειτα τραυματικές καταστάσεις. Επίσης, λόγω της ανωριμότητας ακόμα του εγώ, οι πρώτοι μήνες της ζωής του ατόμου είναι αυτοί κατά τους οποίους θα συμβούν κατά κύριο λόγο οι τραυματικές καταστάσεις και θα παρουσιαστεί αυτόματα άγχος.
Ο Otto Rank βασιζόμενος πάνω σε αυτή την θεωρία ανάπτυξε την δική του θεωρία κατά την οποία επιχείρησε να ερμηνεύσει όλες τις νευρώσεις στηριζόμενος πάνω στο τραύμα της γέννησης. Ο Freud διαφώνησε με το ότι όλες οι τραυματικές εμπειρίες επικεντρώνονται μόνο στην γέννηση. Αυτό το οποίο υποστήριξε ο τελευταίος, είναι ότι η γέννηση παίζει ρόλο αρχέτυπου για τις μετέπειτα τραυματικές εμπειρίες αλλά ότι καθ’ όλη την βρεφική και παιδική ηλικία, κατά την οποία το εγώ δεν είναι επαρκώς ανεπτυγμένο, το άτομο είναι εκτεθειμένο σε τραυματικές καταστάσεις.
Η εισροή των ερεθισμάτων θεωρείται ότι κατά κύριο λόγο έχει εσωτερική προέλευση δηλαδή είναι ενορμήσεις οι οποίες μάλιστα συνδέονται με σωματικές ανάγκες κατά το πρώτο διάστημα της ζωής του βρέφους. Όταν το βρέφος θηλάζει, καλύπτει εκτός από την πείνα του και την ενστικτική ανάγκη του για στοματική ευχαρίστηση, ζεστασιά, χάδια. Όταν η μητέρα λείψει, το παιδί νοιώθει έρμαιο των ενορμήσεων του και αναπτύσσει “άγχος αυτόματου τύπου” ή άλλως αποκαλούμενο “άγχος του id”, λόγω της προέλευσης των ερεθισμάτων από αυτό. Το άγχος οποιασδήποτε μορφής αναπτύσσεται πάντα στο εγώ. Ακόμα και στο βρέφος που το εγώ είναι σε πρωτόλεια κατάσταση λέμε ότι αναπτύσσεται σε εκείνο το μέρος που διαφοροποιείται του id.
Το παιδί μεγαλώνοντας συνδέει την τραυματική εμπειρία που βίωσε όταν ή μητέρα έλειπε και αυτό κατακλύσθηκε από ενορμήσεις που δεν μπορούσαν να αποφορτιστούν λόγω της απουσίας της μητέρας του, με την απουσία της μητέρας. Έτσι, μόλις η μητέρα απομακρυνθεί από το βρέφος, αυτό φοβούμενο μην βιώσει την ίδια τραυματική εμπειρία, παράγει άγχος. Αυτό το άγχος το αποκαλούμε “προειδοποιητικό άγχος”. Το προειδοποιητικό άγχος παράγεται σαν σήμα κινδύνου, για έναν χωρισμό από την μητέρα. Αυτός δε ο αποχωρισμός από την μητέρα εκλαμβάνεται σαν μια “κατάσταση κινδύνου” μια και χωρίς αυτήν οι απαιτήσεις του id δεν γίνεται να αποφορτιστούν. Το προειδοποιητικό άγχος βοηθάει ώστε το εγώ να λάβει ότι μέτρα μπορεί, δηλ να ενεργοποιήσει όλες του τις δυνάμεις εν όψη μιας επικείμενης εισροής.
Στην ενήλικη ζωή το άγχος που αναπτύσσεται στις αποκαλούμενες “νευρώσεις άγχους”, οφείλεται στην εισροή ερεθισμάτων σεξουαλικών ενορμήσεων που συναντούν εμπόδιο στο να αποφορτιστούν.
Όσο δε αφορά τις “ μεταταυματικές νευρώσεις”, ο Feud πίστευε ότι πιθανόν να μην προκαλούντο αν δεν υπήρχε η συμμετοχή βαθύτερων στρωμάτων της προσωπικότητας, δηλ. προηγούμενες τραυματικές καταστάσεις.
Τίθεται τώρα το ερώτημα, πώς γίνεται το εγώ να παράγει άγχος.
Το εγώ είναι βασικά μια ομάδα λειτουργιών. Σε μια κατάσταση κινδύνου, μερικές από τις λειτουργίες είναι η πρόσληψη και επεξεργασία των στοιχείων μέσω της δευτερογενούς διαδικασίας που σε αυτή συμμετέχει και η μνήμη, προκειμένου να γίνει μια αναγνώριση και εκτίμηση του κινδύνου. Κάποιες άλλες λειτουργίες του εγώ είναι αυτές τις αντίδρασης- απάντησης στον κίνδυνο παράγοντας άγχος. Το προειδοποιητικό άγχος είναι μια απαντητική αντίδραση του εγώ μπροστά σε αυτό που εκλαμβάνεται σαν κατάσταση κινδύνου. Το προειδοποιητικό άγχος είναι μικρότερο σε ένταση από το άγχος που συνδέεται με μια τραυματική κατάσταση και παίζει σημαντικό ρόλο στην ψυχική ανάπτυξη του ατόμου.
Όλες οι μορφές του άγχους όμως είναι μια δυσάρεστη κατάσταση και αυτό συγκρούεται με την θεμελιώδη έννοια της αρχής της ηδονής. Το εγώ προσπαθεί να προστατευθεί από τον πόνο- δυσαρέσκεια που προκαλείται από το άγχος. Ο τρόπος που το εγώ προσπαθεί να αποφύγει την δυσάρεστη κατάσταση του άγχους είναι με το να προσπαθήσει να ελέγξει τις ενορμήσεις. Αυτός είναι λοιπόν ο λόγος που το εγώ από υπηρέτης του id γίνεται κύριος αυτού.
Κατά τον Freud οι καταστάσεις κινδύνου που αναμένεται να εκτεθεί διαδοχικά το παιδί και κατ’ επέκταση να αναπτύξει άγχος είναι:
Όταν το παιδί είναι πολύ μικρό και κατά συνέπεια το εγώ ανώριμο, ο αποχωρισμός από την πηγή ικανοποίησης των αναγκών του, που είναι η μητέρα, εκλαμβάνεται σαν απειλή. Αυτό τον φόβο τον αποκαλούμε “απώλεια του αντικειμένου” η “απώλεια του αγαπημένου αντικειμένου”.
Μετά τον πρώτο ενάμιση χρόνο, στον πρώτο φόβο έρχεται να προστεθεί αυτός του να μην χάσει την αγάπη της μητέρας του. Αυτός παρουσιάζεται ακόμα και όταν η μητέρα είναι παρούσα και αποκαλείται “απώλεια της αγάπης του αντικειμένου”.
Μετά την πάροδο των δυόμισι – τριών ετών έχουμε τον φόβο του “ευνουχισμού”, που είναι για μεν τα αγόρια ο φόβος της απώλειας του πέους τους για δε τα κορίτσια η βλάβη των γεννητικών οργάνων τους.
Τέλος όταν το υπερεγώ αναπτυχθεί επαρκώς δηλ. μετά τον πέμπτο –έκτο χρόνο της ζωής του ατόμου, ο κίνδυνος έρχεται από την επίκριση η τιμωρία του υπερεγώ, με την μορφή ενοχών και αυτοτιμωρίας.
Σε όλη του την ζωή ο άνθρωπος ακολουθείται από αυτούς φόβους μόνο που η ένταση είναι μικρότερη, μια και το εγώ διαχειρίζεται επαρκώς αυτούς τους κινδύνους. Στις νευρώσεις όμως η ένταση είναι μεγάλη και το άτομο υποφέρει. Είναι πολύ σημαντικό στην κλινική μας δουλειά να γνωρίζουμε ποια κατάσταση κινδύνου είναι επικρατούσα για τον ασθενή μας.

Βιβλιογραφία
Freud, S. (1920) Πέραν της αρχής της ηδονής, Επίκουρος, Αθήνα, 2001.
Freud, S. (1923) Le Moi et le ca, sur le Essais de Psychanalyse, Paris,
Freud, S. (1926) Αναστολή, Σύμπτωμα και Άγχος, Μεταίχμιο, Αθήνα,
Brenner, C. (1973). An elementary Textbook of Psychoanalysis, International Universities Press. Μετάφραση και Επιμέλεια για την Ελληνική Έκδοση: Σταθάκης, Ι.Ε., Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2001.

Σχετικές σελίδες σε αυτό το blog:
Μηχανισμοί Άμυνας του Εγώ
http://e-psychotherapia.blogspot.com/2010/10/blog-post.html
Etiologie des névroses 
http://e-psychotherapia.blogspot.com/2010/10/etiologie-des-nevroses.html
Identification dans le complexe d’Œdipe
http://e-psychotherapia.blogspot.com/2010/10/identification-dans-le-complexe-ddipe.html
S. Freud Totem et tabou
http://e-psychotherapia.blogspot.com/2010/10/s-freud-totem-et-tabou.html
D’Œdipe Roi au complexe d’Œdipe
http://e-psychotherapia.blogspot.com/2010/10/ddipe-roi-au-complexe-ddipe.html
Ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη
Freud, Klein, Bion, Lacan, Winnicott
http://e-psychotherapia.blogspot.com/2010/10/freud-klein-bion-lacan-winnicott.html

Get Out