Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας με θέμα Σύγκρουση και Συμφιλίωση στις ομάδες, στα ζεύγη, στις οικογένειες και στην κοινωνία

    


     Πολύ ενδιαφέρον φαίνεται να είναι το συνέδριο που πρόκειται να πραγματοποιηθεί στην Αθήνα στις 24-27 Μαΐου του 2012 με θέμα  Σύγκρουση και Συμφιλίωση στις ομάδες, στα ζεύγη, στις οικογένειες και στην κοινωνία. 


Σχετικά με το θέμα του συνεδρίου

E-mailΕκτύπωση
Η σύγκρουση είναι στην καρδιά της ψυχανάλυσης, αφού η ψυχαναλυτική θεωρία είναι η κατ’ εξοχήν θεωρία της σύγκρουσης. Με σημείο εκκίνησης τη θεωρία των ενορμήσεων, η σύγκρουση αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο θεωρητικό πυλώνα της Φροϋδικής θεωρίας. Η αποτύπωση των ασυνειδήτων επιθυμιών που βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ τους, αλλά και με την πραγματικότητα του ατόμου, αποτελεί τον κύριο άξονα της ψυχαναλυτικής διερεύνησης και έχει καταστεί μέρος της κοινής μας κουλτούρας. Το οιδιπόδειο μοντέλο, μέσα από την ερμηνεία της αέναης και άλυτης σύγκρουσης μεταξύ του έρωτα και του θανάτου, αποτέλεσε και αποτελεί ένα πεδίο ανάλυσης των συναισθηματικών δυνάμεων που καθοδηγούν εσωτερικά τις κοινωνικές σχέσεις, αλλά και τα παγκόσμια γεγονότα.

Η εξέλιξη της ψυχαναλυτικής σκέψης μας καθοδηγεί στο να ορίσουμε τους βασικούς άξονες του συνεδρίου. Αρχικά στη κλασσική ψυχαναλυτική προσέγγιση, η σύγκρουση αναφέρεται στις ενορμήσεις /δομές στο πλαίσιο του ψυχικού οργάνου. Κατόπιν στο παράδειγμα των αντικειμενοτρόπων σχέσεων, η σύγκρουση και η συμφιλίωση συνιστούν μία νέα έκδοση των σχέσεων του εαυτού με τα πρώιμα αντικείμενα αγάπης. Η σύγκρουση και η συμφιλίωση διαμείβεται πλέον σε ένα κόσμο εσωτερικευμένων αντικειμενότροπων σχέσεων όπου κυριαρχούν οι προβλητικές/ενδοβλητικές διεργασίες. Η έμφαση δίδεται στο πως οι εσωτερικές αντικειμενότροπες σχέσεις διαμορφώνουν τη δυναμική των σχέσεων του ατόμου με το εξωτερικό περιβάλλον. Η σύγκρουση στο ζευγάρι, την οικογένεια και την ομάδα είναι μια εσωτερική σύγκρουση που έχει εξωτερικευθεί, μια επανάληψη - συχνά εκδραμάτιση- του τραύματος, των συναισθημάτων που έμειναν αμεταβόλιστα διότι δεν υπήρξε η δυνατότητα περίεξης από κάποιον στον περίγυρο του ατόμου.

Σήμερα, η ψυχαναλυτική θεωρία φαίνεται να κινείται προς ένα νέο διευρυμένο μοντέλο: περνά από τη διερεύνηση της επίδρασης της ενδοψυχικής οργάνωσης του ατόμου στις σχέσεις που αυτό εγκαθιδρύει, στην αλληλεπίδραση, ως ένα πεδίο μελέτης per se. Είναι το πεδίο του δεσμού (link) όπου αντικείμενο- υποκείμενο, ασυνείδητο-συνειδητό, εσωτερικός κόσμος-εξωτερικός συνεργούν μέσα από μια δυναμική που τη χαρακτηρίζει η αμοιβαιότητα στη διαμόρφωση των σχέσεων. Στο πλαίσιο της σχεσιακής/ διυποκειμενικής αυτής προσέγγισης η σύγκρουση και η συμφιλίωση γίνονται αντικείμενα σύνθετης μελέτης. Η διερεύνηση τους είναι διττή: επικεντρώνεται στην επίδραση του ενδοψυχικού κόσμου του υποκειμένου, στη διαμόρφωση των σχέσεων με τους “αντικειμενικούς άλλους” και ταυτόχρονα στην επίδραση της κοινωνικής πραγματικότητας στη διαμόρφωση των εσωτερικών αντικειμενότροπων σχέσεων του ατόμου.

Το ενδοψυχικό, το διυποκειμενικό και το κοινωνικό αποτελούν ως εκ τούτου τα βασικά πλαίσια διερεύνησης και ανάλυσης της έννοιας της σύγκρουσης στο επίπεδο του ατόμου, της ομάδας, του ζευγαριού και της οικογένειας.

Οι φορείς που έχουν αναλάβει την οργάνωση του συνεδρίου είναι:

  • Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας (EFPP)

  
  • Ελληνική Εταιρεία Ομαδικής Ανάλυσης και Οικογενειακής Θεραπείας

     με την επιστημονική συνεργασία της
  •  Ελληνικής Εταιρείας Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας

     και της
  •  Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας


Για περισσότερες πληροφορίες απευθυνθείτε στην ηλεκτρονική διεύθυνση του συνεδρίου
Implement

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Βασικοί στόχοι της ομαδικής θεραπείας




Βασικοί στόχοι της ομαδικής θεραπείας
Κυβέλου Ευαγγελία
Mcs Κλιν. Ψυχολογίας και Ψυχοπαθολογίας
Εκ.μέλος Ελληνικής Εταιρείας Ομαδικής Ανάλυσης και Οικογενειακής Θεραπείας




(Εισήγηση στην Ελληνική Εταιρεία Ομαδικής Ανάλυσης & Οικογενειακής Θεραπείας. Ελληνικό.  Αθήνα 19/02/2008)

Βιβλίο αναφοράς : IYALOMΘεωρία και πράξη της ομαδικής ψυχοθεραπείας, μετ. Ανδριτσάνου- Κακατσάκη, Αθήνα, Άγρα, 2006.


Η δουλειά του θεραπευτή, κατά τον Yalom, είναι να δημιουργεί τους μηχανισμούς της θεραπείας και να τους θέτει σε λειτουργία. Κάποιες φορές ο θεραπευτής για να το πετύχει αυτό λειτουργεί σαν το «δυναμό» του αυτοκινήτου. Τροφοδοτεί την ομάδα γινόμενος και αυτός μέλος της, έτσι δέχεται προσωπική επίδραση και αλληλεπιδρά. Άλλες φορές φροντίζει την ομάδα θέτοντας τον εαυτό του από έξω, σαν τον μηχανικό που φροντίζει το αυτοκίνητο.
Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή όποιας θεραπευτικής τεχνικής, είναι να υπάρχει μια σταθερή θετική σχέση ανάμεσα στον θεραπευτή και στον θεραπευόμενο. Η θεμελιώδης στάση του θεραπευτή οφείλει να είναι μια στάση έγνοιας, αποδοχής, αυθεντικότητας και ενσυναίσθησης. Καμιά τεχνική δεν έχει σημασία χωρίς αυτά.
Στην συνέχεια εξετάζει τις τεχνικές που χρησιμοποιεί ο θεραπευτής για την επίτευξη τριών βασικών στόχων του:
  1. Την δημιουργία και διατήρηση της ομάδας.
  2. Την οικοδόμηση της ομαδικής κουλτούρας.
  3. Την ενεργοποίηση και την επισήμανση (illumination) του εδώ-και-τώρα.
Στο παρών κεφάλαιο θα ασχοληθούμε με τους δύο πρώτους θεραπευτικούς στόχους, ο τρίτος στόχος θα αποτελέσει αντικείμενο άλλου κεφαλαίου.

Δημιουργία και διατήρηση της ομάδας.

Ο αρχικός λόγος ύπαρξης της ομάδας είναι να προσφέρουμε ως ειδικοί βοήθεια σε ανθρώπους που την χρειάζονται. Την αποκλειστική ευθύνη για την δημιουργία και την διατήρηση της ομάδας την φέρει ο συντονιστής. Αυτός ορίζει τον τόπο και τον χρόνο των συναντήσεων.
Ένα σημαντικό μέρος του στόχου που αφορά την διατήρηση της ομάδας επιτελείται πριν την πρώτη συνάντηση της ομάδας, όταν ο συντονιστής επιλέγει και προετοιμάζει τα μέλη για την ένταξη τους.
Μόλις ξεκινήσει η ομάδα, ο θεραπευτής πρέπει να φροντίσει για την εξομάλυνση έντονων τριβών μεταξύ των μελών που μπορεί να οδηγήσουν σε αποχώρηση ενός ή περισσοτέρων μελών από την ομάδα. Ο πρόωρος τερματισμός της συμμετοχής ενός θεραπευόμενου πρέπει να θεωρείται αποτυχία, διότι δεν είναι μόνο ο θραπευόμενος που δεν αποκομίζει κανένα όφελος αλλά και ολόκληρη η ομάδα επηρεάζεται αρνητικά. Η σταθερότητα των μελών είναι απαραίτητη προϋπόθεση μιας επιτυχημένης θεραπείας. Εάν κάποια μέλη αποχωρήσουν, ο θεραπευτής πρέπει να προσθέσει νέα μέλη για να διατηρήσει το ιδανικό μέγεθος της ομάδας, εξαίρεση αποτελούν οι κλειστές ομάδες.
Στην αρχή οι θεραπευόμενοι είναι ξένοι μεταξύ τους και σχετίζονται μέσω της κοινής τους σχέσης με τον θεραπευτή. Η σχέση θεραπευτή- θεραπευόμενου προετοιμάζει την κατοπινή ανάπτυξη της ομαδικής συνοχής.
Βασικό μέλημα του θεραπευτή είναι να διατηρήσει την συνεκτικότητα της ομάδας παρεμβαίνοντας σε τάσεις που μπορούν να την απειλήσουν. Τέτοιες τάσεις μπορεί να εμφανιστούν με την δημιουργία υποομάδων, την συστηματική αργοπορία, τις απουσίες, ή με την περιθωριοποίηση κάποιου καθιστώντας τον αποδιοπομπαίο τράγο. Ο πρώτος στόχος λοιπόν που πρέπει να θέτει ο θεραπευτής είναι να κάνει την ομάδα μια υπαρκτή συνεκτική οντότητα. Για να το πετύχει αυτό, θα χρειαστεί κάποιες φορές να καθυστερήσει την αντιμετώπιση πιεστικών αναγκών των θεραπευόμενων, ακόμα και να απομακρύνει ένα μέλος προς όφελος των υπολοίπων μελών εάν διακυβεύεται η συνεκτικότητα της ομάδας.
Γενικοί κανόνες:
  • Όσο περισσότερα μέλη έρχονται στην ομάδα ζητώντας χρόνο για να μιλήσουν και είναι πρόθυμα να δουλέψουν, τόσο πιο κινητοποιημένη είναι η ομάδα.
  • Όσο μεγαλύτερη συνέχεια παρουσιάζουν τα θέματα που επεξεργάζονται τα μέλη της ομάδας από τη μια συνάντηση στην άλλη, τόσο πιο ισχυρή γίνεται η ομάδα.
  • Μια επίθεση ενός μέλους στον θεραπευτή, παρότι μπορεί να μην είναι ευχάριστη, συχνά μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική ομαδική δουλειά.
  • Η θεραπεία πρέπει να επιχειρεί να μετατρέψει όλα τα θέματα που έρχονται προς συζήτηση στην ομάδα στο εδώ και τώρα.
  • Τέλος η επιβίωση της ομάδας ως οντότητας πρέπει να προηγείται όλων των άλλων στόχων.

Οικοδόμηση κουλτούρας


Έργο του θεραπευτή είναι να δημιουργήσει μια ομαδική κουλτούρα που να ευνοεί στο μέγιστο βαθμό την ομαδική αλληλεπίδραση μεταξύ των μελών με στόχο βεβαίως την πραγματοποίηση της αλλαγής αυτών. Στην ατομική θεραπεία ο θεραπευτής είναι ο άμεσος διαμεσολαβητής της αλλαγής του θεραπευόμενου. Στην ομαδική θεραπεία ο θεραπευτής λειτουργεί πολύ πιο έμμεσα μια και σε μεγάλο βαθμό ο διαμεσολαβητής της αλλαγής είναι η ίδια η ομάδα.
Για να μπορέσει η ομάδα να αναπτυχθεί σε ένα πραγματικό κοινωνικό μικρόκοσμο, τα μέλη θα πρέπει να αλληλεπιδρούν ελεύθερα μεταξύ τους και όχι μέσω του θεραπευτή.
Η ειλικρίνεια και ο αυθορμητισμός της έκφρασης πρέπει να ενθαρρύνονται. Οι νόρμες μπορεί να είναι ρητές ή άρρητες και μπορεί να επιτάσσουν ή να αποθαρρύνουν μια συγκεκριμένη συμπεριφορά. Συνήθως τα μέλη δεν είναι σε θέση να περιγράψουν συνειδητά τις νόρμες της ομάδας. Επίσης δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι νόρμες που θα αναπτύξει μια θεραπευτική ομάδα θα διευκολύνουν τη θεραπευτική διαδικασία.

Πώς κατασκευάζονται οι νόρμες της ομάδας.

Οι νόρμες της ομάδας κατασκευάζονται τόσο από τις προσδοκίες που έχουν τα μέλη για την ομάδα τους, όσο και από άμεσες οι έμμεσες οδηγίες του συντονιστή. Βασικά ο συντονιστής είναι το πρόσωπο που διαμορφώνει τις νόρμες της ομάδας και είναι σημαντικό να έχει επίγνωση αυτής της λειτουργίας του.
Οι νόρμες δημιουργούνται σχετικά νωρίς στη ζωή της ομάδας και από την στιγμή που θα καθιερωθούν, είναι δύσκολο να αλλάξουν.

Πώς διαμορφώνει ο συντονιστής τις νόρμες;

Με δύό πιθανούς ρόλους που αναλαμβάνει ο θεραπευτής μέσα στην ομάδα μπορεί να βοηθήσει να διαμορφωθούν οι νόρμες στην ομάδα: ο ρόλος του ειδικού και ο ρόλος του συμμέτοχου.

Ο ειδικός
Οι θεραπευτές χρησιμοποιούν μια ποικιλία τεχνικών για να κινητοποιήσουν την ομάδα προς αυτή που θεωρούν επιθυμητή κατεύθυνση, στηριζόμενοι στο βάρος της αυθεντίας τους και της πείρας τους ή προτείνουν ένα τρόπο λειτουργίας προκειμένου να αποσπάσουν την υποστήριξη των θεραπευόμενων.
Οι θεραπευτές ενημερώνουν τους θεραπευόμενους για τους κανόνες της ομάδας ήδη από το στάδιο προετοιμασίας προς ένταξη των μελών και στην συνέχεια υπενθυμίζουν τους κανόνες είτε με λεκτικό είτε με εξωλεκτικό τρόπο καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής της ομάδας. Οι τρόποι που χρησιμοποιούν μπορεί να κυμαίνονται από ρητές οδηγίες έως διακριτικές ενισχυτικές τεχνικές. Οι έρευνες δείχνουν ότι οι θεραπευτές που χρησιμοποιούν πιο έμμεσες ενισχυτικές τεχνικές είναι περισσότερο αποτελεσματικοί από αυτούς που υποκινούν ρητά την συμπεριφορά των μελών. Οι νόρμες που θέλουν συνήθως να ενισχύσουν είναι: η ανοικτή έκφραση των συναισθημάτων, η αμεσότητα, η διερεύνηση του εαυτού κ’α.

Ο συμμέτοχος που καθορίζει τα πρότυπα
Οι θεραπευόμενοι ενθαρρύνονται να τροποποιήσουν την συμπεριφορά τους παρατηρώντας τους θεραπευτές τους να ασκούν ελεύθερα και χωρίς αρνητικές επιπτώσεις την επιθυμητή συμπεριφορά. Είναι μια μέθοδος που υποστηρίζεται σημαντικά και αφορά την μίμηση προτύπων.
Ο συντονιστής μπορεί, προσφέροντας ένα πρότυπο μη επικριτικής αποδοχής να διαμορφώσει μια ομάδα με υγιή προσανατολισμό. Αντίθετα αν ο συντονιστής αντιλαμβάνεται το ρόλο του σαν ανιχνευτή ψυχοπαθολογίας, τα μέλη της ομάδας θα ακολουθήσουν μια ανάλογη στάση.
Ο θεραπευτής πρέπει να θέτει το πρότυπο της υπευθυνότητας και της κατάλληλης αυτοσυγκράτησης και ειλικρίνειας. Αυτό που θέλουμε να προκαλέσουμε είναι την ενεργό συμμετοχή των θεραπευόμενων μας και να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να επηρεαστεί από αυτούς. Για την ακρίβεια, η «η πειθαρχημένη προσωπική ανάμειξη» είναι ένα ανεκτίμητο μέρος του οπλοστασίου που διαθέτει ο συντονιστή ομάδας.
Ο θεραπευτής είναι εκείνος που θέτει τα πρότυπα για τα μέλη της ομάδας και είναι εξαιρετικά σημαντικό να έχει επίγνωση αυτού του ρόλου τους. Πρέπει να έχουν επαρκή αυτοπεποίθηση για να εκπληρώσουν αυτή την λειτουργία τους. Αν οι θεραπευτές νιώθουν άβολα, θα λοξοδρομούν συχνά είτε προστατεύοντας τους εαυτούς τους πίσω από τον επαγγελματικό τους ρόλο ή θα εγκαταλείπουν την εξουσία τους και μαζί με αυτή την ευθύνη που είναι σύμφυτη με το ρόλο του συντονιστή και θα λειτουργούν σαν απλά μέλη της παρέας.

Θεραπευτικές νόρμες της ομάδας


Η αυτορρυθμιζόμενη ομάδα

Είναι σημαντικό να αναλάβει η ομάδα την ευθύνη για την ίδια την λειτουργία της. Αν η νόρμα αυτή δεν αναπτυχθεί, προκύπτει μια παθητική ομάδα που τα μέλη της είναι εξαρτημένα από τον συντονιστή, για να τους δώσει κίνηση και κατεύθυνση.

Αυτοαποκάλυψη
Η αυτοαποκάλυψη είναι απολύτως αναγκαία στην ομαδική θεραπεία. Για να ωφεληθούν τα μέλη είναι σημαντικό να αυτοαποκαλυφθούν και μάλιστα πλήρως. Το πότε όμως θα συμβεί αυτό εξαρτάται από τον προσωπικό ρυθμό του κάθε μέλους και δεν πρέπει αυτός να εξωθείται ή εξαναγκάζεται.
Αληθινά σημαντικό είναι η υποκειμενική πλευρά της αυτοαποκάλυψης. Αυτό που ο καθένας δηλαδή θεωρεί σημαντικό «μυστικό» για τον ίδιο.
Ένα μέλος μιας ομάδας που αποφασίζει να μην εκμυστηρευτεί ένα μεγάλο μυστικό, είναι καταδικασμένο να αναπαράγει μέσα στην ομάδα τον ίδιο τρόπο σχετίζεστε που χρησιμοποιεί και έξω από αυτήν. Για να κρατήσει το μυστικό του κρυμμένο, είναι υποχρεωμένος να φρουρεί κάθε πιθανό δρόμο που θα μπορούσε να οδηγήσει σ’ αυτό. Αυτός που κουβαλά ένα μυστικό πλέκει γύρω του έναν ιστό που ολοένα επεκτείνεται.
Ωστόσο η καθυστέρηση της αφήγησης ενός μυστικού μπορεί να δηλώνει και προσαρμοστικότητα. Για παράδειγμα ο Yolom αναφέρεται σε δύο μέλη μιας ομάδας του το ένα που έπασχε από καρκίνο και το άλλο που ήταν τραβεστί και όπου καθυστέρησαν πολύ για να αποκαλύψουν τα μυστικά τους χαρακτηρίζοντας την απόφαση τους ως σοφή. Αυτό διότι τα υπόλοιπα μέλη είχαν τον καιρό να τους γνωρίσουν και να μην είναι για αυτούς η καρκινοπαθής και ο τραβεστί αλλά ο δήνα και η τάδε που αποτελούνται από πολύ περισσότερα στοιχεία από την θανατηφόρα ασθένεια ή την διαστροφή.
Συχνά όμως η απόκρυψη ενός μυστικού για υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί να είναι αντιπαραγωγική για την δουλειά του ατόμου μέσα στην ομάδα και μέλημα του θεραπευτή είναι να το διευκολύνει και να τον ενθαρρύνει προς την κατεύθυνση της αυτοαποκάλυψης.
Όταν κάποιο μέλος πάρει την απόφαση να αυτοαποκαλύψη ένα από τα μυστικά του ο θεραπευτής πρέπει να τον βοηθήσει να αποκαλύψει όσα γίνεται περισσότερα σε σχέση με το μυστικό του, αλλά όπως λέει και ο Yalom, η αποκάλυψη πρέπει να είναι οριζόντια και όχι κάθετη. Δηλαδή να τον ρωτήσει όσα γίνεται περισσότερα για το πώς ένιωθε κρατώντας το μυστικό του σε σχέση με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, τι πίστευε ότι θα συνέβαινε αν το αποκάλυπτε, να κατ’ ονομάσει συγκεκριμένα άτομα μέσα στην ομάδα που του δημιουργούσαν αυτές τις σκέψεις και τα συναισθήματα, και όχι ερωτήσεις που αφορούν το παρελθόν του μέλους σε συνάρτηση με το μυστικό του. Το σημαντικό δεν είναι ότι ο άνθρωπος αποκαλύπτει τον εαυτό του αλλά ότι αποκαλύπτει κάτι σημαντικό στο πλαίσιο μιάς σχέσης του με άλλους ανθρώπους. Πιο σημαντικό από το να βγάλεις ένα βάρος από πάνω σου, είναι το γεγονός ότι η αποκάλυψη οδηγεί σε μια πιο βαθιά και πλούσια σχέση με τους άλλους.
Αν η ομάδα ασκεί υπερβολική πίεση για αποκάλυψη, τότε ο θεραπευτής εάν το κρίνει σκόπιμο ανάλογα με το θεραπευτικό στάδιο που βρίσκεται το υπό πίεση άτομο, να ελαφρύνει την κατάσταση λέγοντας ότι «ίσως ο τάδε δεν νιώθει ακόμα έτοιμος να εμπιστευθεί την ομάδα» και στην συνέχεια να εξετάσει τις μη ασφαλής πλευρές της ομάδας.
Τέλος κανείς δεν πρέπει ποτέ να τιμωρείται γιατί αυτοαποκαλύφθηκε. Ένα από τα πιο καταστρεπτικά γεγονότα που μπορούν να συμβούν σε μία ομάδα, είναι ένα μέλος να χρησιμοποιήσει υλικό που ένα άλλο μέλος έχει φέρει και αποκαλύψει στην ομάδα, εναντίον του. Σε αυτή την περίπτωση ο συντονιστής οφείλει να παρέμβει δραστικά. Όχι μόνο γιατί είναι ένα βρόμικο παιχνίδι αλλά και διότι με αυτόν τον τρόπο υπονομεύονται σημαντικές ομαδικές νόρμες. Σε αυτή την περίπτωση κάθε άλλο έργο της ομάδας αναβάλλεται προσωρινά. Το σημαντικό είναι να υπογραμμιστεί το συμβάν, ώστε να ενισχυθεί η νόρμα ότι η αυτοαποκάλυψη δεν είναι μόνο σημαντική αλλά και ασφαλής. Μόνο αφού εδραιωθεί αυτή η νόρμα, μπορούμε να εξετάσουμε άλλες πλευρές αυτού που συνέβη.

Διαδικαστικές νόρμες
Το ιδανικό σχήμα στη θεραπεία είναι μια ομάδα μη δομημένη, αυθόρμητη που αλληλεπιδρά ελεύθερα.
Η φυσική ροπή μιας νέας ομάδας είναι να αφιερώνει διαδοχικά μια συνάντηση σε κάθε μέλος. Εδώ είναι δουλειά του θεραπευτή να αναπτύξει μια διαδικαστική νόρμα, ευέλικτη που η αλλαγή θέματος δεν συνεπάγεται αγένεια ή απόρριψη. Όσο περισσότερα μέλη μιας ομάδας ζητούν χρόνο για να μιλήσουν για τον εαυτό τους τόσο πιο ζωντανή είναι μια ομάδα.
Ο συντονιστής πρέπει να δομήσει τις νόρμες: της υποστήριξης και αντιπαράθεσης, της αυτοαποκάλυψης και αυτορρύθμισης, της διάδρασης, του αυθορμητισμού και της σημασίας των μελών της ομάδας ως διαμεσολαβητών της βοήθειας και της αλλαγής.

Η σημασία της ομάδας για τα μέλη της
Όσο πιο σημαντική θεωρούν τα μέλη της την ομάδα, τόσο πιο αποτελεσματική γίνεται η θεραπευτική διαδικασία. Κατά το Yalom, η ιδανικότερη θεραπευτική συνθήκη είναι όταν οι θεραπευόμενοι θεωρούν τη θεραπευτική συνάντηση ως το σημαντικότερο γεγονός της ζωής τους κάθε εβδομάδα. Σύμφωνα με τον Yalom, το καλύτερο που έχει να κάνει ένας θεραπευτής είναι να ενισχύει όσο μπορεί αυτή την πεποίθηση. Επίσης σημαντικό είναι να συνδέει γεγονότα και να ενθαρρύνει την συνέχιση των θεμάτων με τα οποία καταπιάνεται η ομάδα.

Τα μέλη ως διαμεσολαβητές της βοήθειας
Η ομάδα λειτουργεί καλύτερα, αν τα μέλη της εκτιμούν την πολύτιμη βοήθεια που μπορούν να παρέχουν το ένα στο άλλο. Αν η ομάδα συνεχίζει να θεωρεί τον θεραπευτή ως τη μοναδική πηγή βοήθειας, τότε είναι εξαιρετικά απίθανο να κατακτήσει η ομάδα το αναγκαίο επίπεδο αυτονομίας και αυτοσεβασμού.
Συμπεριφορές μελών που υπονομεύουν τη νόρμα της αμοιβαίας βοήθειας, δεν πρέπει ο θεραπευτής να τις αφήσει να περάσουν απαρατήρητες.

Υποστήριξη και αντιπαράθεση
Πριν τα μέλη νιώσουν ελεύθερα να εκφράσουν διαφωνίες μεταξύ τους, πρέπει να έχουν αισθανθεί ασφαλή και να τρέφουν αρκετή εκτίμηση για την ομάδα τους, ώστε να είναι πρόθυμα να ανεχθούν κάποιες δυσάρεστες συνεδρίες.
Έτσι ο θεραπευτής πρέπει να οικοδομήσει μια ομάδα με νόρμες που επιτρέπουν την σύγκρουση, αλλά μόνο αφού έχουν εγκατασταθεί σταθερά θεμέλια ασφάλειας και υποστήριξης.

Σχετικές σελίδες που μπορείτε να επισκεφτείτε:

Η ιστορία της ομαδικής θεραπείας



Πότε και σε τι μπορεί να με βοηθήσει η ψυχοθεραπεία


Διαδικτυακές υποστηρικτικές ομάδες

Καρδιολογικά νοσήματα και ψυχοθεραπεία


Εξειδικευμένες Θεραπευτικές ομάδες

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Deux mythes fondamentaux de la psychanalyse: "Œdipe" et "Totem et tabou"









Deux mythes fondamentaux
de la psychanalyse: 
 "Œdipe" et "Totem et tabou"

Kyvelou Evangelia [1999]
MSc Psychologie Clinique et Pathologie






Alexis Minotis dans l' Œdipe à Colone 


















Table des matières


Introduction

I ŒDIPE

I.1 Le cycle de Thèbes

I.1.1.Le mythe d’Œdipe Roi

    1. D’Œdipe Roi au complexe d’Œdipe
      1. Les rêves de Freud

I.2.2. Identification dans le complexe d’Œdipe
II LES HORDES PRIMITIVES

    1. Totem et Tabou
    2. Le père primitif



III LA RELATION DES DEUX MYTHES

Conclusion

Bibliographie





Introduction



Sophocle
Au début du XXe siècle, les recherches de Sigmund Freud l’amené à se pencher sur les mythes grecs et la pensée des Grecs anciens. Le sommet de cette rencontre fut la nouvelle approche du mythe d’Œdipe tel qu’il a été transposé par le grand dramaturge Sophocle dans sa tragédie, Œdipe Roi.
Dans cette tragédie, Sophocle a approché les thèmes du parricide, de l’inceste, des oracles des dieux et de la moralité.
Freud, qui travaillait déjà sur l’inconscient, fait le lien entre l’inconscient et la tragédie d’Oedipe Roi et décrit la situation fondamentale du complexe d’Œdipe, qui a changé la perception intellectuelle du monde.
Approfondissant ses recherches sur les origines des coutumes, de la tradition et des règles sociales, il élabore, à l’aide des théories des anthropologues et des linguistiques, Totem et Tabou.
Cette œuvre reprend la théorie de l’évolution du monde, expliquée par la psychanalyse. Dans ce livre, Freud crée le mythe des hordes primitives pour désigner l’origine du complexe d’Œdipe.
Nous avons décidé de travailler sur ces deux mythes (le mythe d’Œdipe et le mythe freudien) en essayant d’approcher la base de la théorie psychanalytique.
Nous aborderons notre sujet en trois chapitres.
Dans le premier chapitre, nous décrirons le mythe d’Œdipe Roi de Sophocle et exposerons comment nous en sommes venus aujourd’hui à parler de complexe d’Œdipe.
Au deuxième chapitre, nous exposerons brièvement la théorie freudienne du tabou et présenterons le mythe du père primitif.
Dans le troisième et dernier chapitre, nous essayerons de démêler les relations des deux mythes sur lesquels est fondée toute la théorie psychanalytique.








OEDIPE ROI 
Pier Paolo PASOLINI 1967



ΟΙΔΙΠΟΥΣ

Ούκουν πατρός γ΄άν φονεύς
ήλθον, ούδέ νυμφίος
βροτοίς έκλήθην ών έφυν άπο.
Νυν δ΄άθεος μεν είμ’, ανοσίων δέ παις,
ομογενής δ΄ αφ΄ ών αυτός έφυν τάλας.
Εί δέ τι πρεσβύτερον έτι κακού κακόν,
τούτ΄ έλαχ΄ Οιδίπους.1
Σοφοκλής, Οιδίπους Τύραννος, Κάκτος 1993, p. 146, v. 1357-1366.




ŒDIPE
Oui, je n’en serais pas venu à être l’assassin de mon père;
Le monde n’aurait pas dit de moi que je suis devenu
l’époux de celle à qui j’ai dû le jour!
À la face des dieux je suis un réprouvé,
fils d’une infâme, et mes enfants sont nés
de celle même à qui j’ai dû le jour!
S’il est horreur plus souveraine que l’horreur,
c’est bien le lot d’ Œdipe !2
Sophocle, Œdipe Roi, Les Belles Lettres, Paris 1960, v. 1357-1366





I
ŒDIPE



1. Le cycle de Thèbes

Le cycle de Thèbes inclut les histoires d’Œdipe et de ses descendants. De toutes les tragédies de ce cycle, quatre seulement sont sauvées dans leur intégralité: Œdipe Roi, Œdipe à Colone et Antigone de Sophocle et Les sept contre Thèbes, d’Eschyle.
Sophocle a vécu entre 497 et 407 avant Jésus-Christ. La première représentation de la tragédie d’Œdipe Roi se situe dans la première moitié de la décennie 430-420 avant Jésus-Christ.






1.1. Le mythe d’Œdipe Roi



Un oracle prédit au roi de Thèbes, Laïos, que l’enfant qui naîtra de sa femme Jocaste l’assassinera et s’accouplera ensuite avec sa mère.
Quand l’enfant naît, Laïos décide l’abandonner sur la montagne du Cithéron, après lui avoir percé ses pieds3 .
Mais le berger qui reçoit l’ordre d’abandonner le nourrisson s’apitoie et le confie à un autre berger qui l’emmène à son tour chez le roi de Corinthe. Ce dernier, qui n’a pas d’enfant, l’accueille comme son propre fils.
Quand Œdipe arrive à l’adolescence, il envoie des messagers à Delphes pour lui confirmer son identité et le renseigner sur son destin ! Il apprend alors, à son tour, l’oracle sinistre qui le suit depuis sa naissance.
Voulant s’échapper à son destin, il décide de quitter Corinthe.
Son chemin l’emmène aux alentours de Thèbes, où il rencontre Laïos. Ils disputent et Œdipe le tue sans avoir appris l’identité de son adversaire.
Arrivant à Thèbes, il résout l’énigme du Sphinx, monstre qui menaçait la ville et ses habitants. De cette façon il devient roi de la ville et se marie avec Jocaste. Le couple donne naissance à quatre enfants.
Pourtant, une série de désastres s’accumulent sur la ville de Thèbes et un nouvel oracle dévoile que la raison doit en être cherchée dans le fait que l’assassin de Laïos est toujours vivant et impuni.
Œdipe fait de son mieux pour découvrir l’homme qui a tué Laïos. À la fin de cette enquête, il réalise que l’homme qu’il recherche est lui-même et il découvre sa véritable identité. Il apprend que Laïos était son père et que la mère de ses enfants est sa propre mère.
À ces nouvelles, Jocaste se suicide et Œdipe s’aveugle, suppliant qu’on l’exile.



2. D’Œdipe Roi au complexe d’Œdipe.



Sigmund Freud est né à Freiberg, en Moravie (1856-1939) À partir 1886, il s’installa comme neurologue à Vienne.
Travaillant avec ses patients et approfondissant son propre cas, il fait le lien entre les situations montrées dans l’œuvre de Sophocle, Œdipe Roi, et un état psychique souvent rencontré dans les rêves et les désirs inconscients.





2.1. Les rêves de Freud



   


   Dans son auto-analyse, Freud commence par écrire L’interprétation des rêves (1900). Il se souvient d’un rêve qu’il avait vu quand il était petit: il se rappelle avoir rêvé de sa mère nue. 
Il se souvient aussi d’un deuxième rêve qui l’a suivi quelques années plus tard, dans lequel il a vu sa mère transportée endormie par des hommes aux têtes d’oiseaux. Après avoir traversé la maison. ils l’avaient finalement déposée sur le lit.



Puis Freud s’est réveillé et a couru au lit de ses parents.
Essayant d’interpréter ces rêves, il se souvient des dieux égyptiens à tête d’oiseau. Le mot «oiseau»,.4 en langue populaire allemande, est aussi utilisé pour désigner le sexe masculin.
Freud a interprété la tranquillité du visage de sa mère comme l’angoisse de la mort engendrée par le désir de la mort de son père et le désir sexuel de la mère.
Il se souvient aussi de la tragédie d’Œdipe, et la raccorde à ses rêves et aux analyses de ses patients. Les désirs cachés étaient toujours les mêmes: le meurtre du père et l’inceste.
Freud a appelé cette situation «complexe d’Œdipe».






2.2. Identification dans le complexe d’Œdipe



L’Œdipe, comme disent les psychanalystes pour désigner le complexe d’Œdipe, présume l’existence d’un père. Il s’agit du père symbolique comme défini par Lacan.
Le père symbolique est celui qui pose la loi d’interdiction de l’inceste5. L’identification du garçon au père est celle qui permet au garçon de sortir du sentiment de culpabilité et de la crainte de castration qui apparaissent dans l’Œdipe, et de trouver son identité sexuelle.6
La fille, qui perçoit son manque dans les différences des sexes, est attirée par le père et entre dans le complexe d’Œdipe, et de cette façon, elle s’identifie à la mère et au sexe féminin.7
Ainsi la fille entre-t-elle dans le complexe d’Œdipe en acceptant sa castration, et elle cherche à satisfaire sa jouissance à l’opposé du garçon qui entre dans l’Œdipe par la jouissance de l’inceste et sort par la crainte de castration.
Mais d’où vient-il, ce père qui est à la base du complexe d’Œdipe et sans qui cette situation fondamentale qui donne naissance à l’identité sexuelle n’existe pas?
Nous avons déjà dit que c’est le père symbolique qui fonctionne dans le complexe d’Œdipe. C’est le père symbolique qui impose une castration symbolique. Et ce père, le porteur de la loi de l’interdit de l‘inceste, celui qui n’est pas castré, est le père mort comme l’a imaginé Freud dans Totem et Tabou.






La loi ne défend que ce
que les homme seraient capables
de faire sous la pression de certains de leurs instincts.
Ce que la nature elle-même défend et punit n’a pas besoin
d’être défendu et puni par la loi.8



Frazer



II
LES HORDES PRIMITIVES






1. Totem et tabou



Sigmund Freud a commencé à écrire Totem et tabou (1912) après avoir présenté ses Trois essais sur la théorie sexuelle (1905). Il a réuni du matériel anthropologique, archéologique et linguistique pour donner une réponse à l’universalité du complexe d’Œdipe. Totem et tabou est un ouvrage de théorie psychanalytique sur l’évolution de la vie sociale humaine.
L’humanité a eu trois systèmes intellectuels au cours des temps, écrit Freud, trois grandes conceptions du monde: la conception animiste (mythologique), la conception religieuse et la conception scientifique.
«De tous ces systèmes, l’animisme est peut- être le plus logique et le plus complet, celui qui explique l’essence du monde, sans rien laisser dans l’ombre. Or, cette première conception du monde par l’humanité est une théorie psychologique [….]. C’est en pensant à cette succession des trois conceptions du monde qu’on dit que l’animisme lui-même, sans être encore une religion, implique déjà les conditions préalables de toutes les religions qui surgiront ultérieurement.»9



Pendant la phase de l’animisme, l’homme a attribué la toute-puissance à lui-même. Dans la phase religieuse, il a transféré la puissance aux dieux. Dans la conception scientifique du monde, l’homme accepte sa petitesse devant la mort, et abandonne l’idée de toute-puissance.
Nous pouvons dire que dans toutes les phases culturelles connues, nous rencontrons des tabous, dont les violations sont punies sévèrement.
Ces phases d’évolution de monde correspondent aux phases d’évolution du psychisme humain.
«Nous trouvons alors qu’aussi bien dans le temps que par son contenu, la phase animiste correspond au narcissisme, la phase religieuse au stade d’objectivation, caractérisé par la fixation de la libido sur les parents, tandis que la phase scientifique a son pendant dans cet état de maturité de l’individu qui est caractérisé par la renonciation à la recherche du plaisir et par la subordination du choix de l’objet extérieur aux convenances et aux exigences de la réalité.»10
Le tabou représente le code non écrit, le plus ancien de l’humanité, et a ses racines à une époque antérieure à toute religion: à la phase d’animisme du monde. Nous considérons que primitivement, le tabou s’est déclenché automatiquement. Le tabou violé se venge tout seul11.
Le tabou est devenu peu à peu une puissance indépendante, avant d’être plus tard imposé par la tradition et la coutume et de construire finalement la loi.
Le tabou de l’inceste se rencontre dans toutes les sociétés primitives et sa fonction est de protéger l’homme des problèmes qu’engendre sa violation.
La violation du tabou conduit, dans le cadre psychique, à la création des névroses ou des psychoses, et dans le cadre social, à la perturbation du système établi.



 2. Le père primitif





Dans Totem et tabou12, Freud imagine le mythe du Père Primitif, fondé sur les travaux de plusieurs archéologues et plus spécialement sur les ouvrages de l’exégète biblique et archéologue W. Robertson Smith13. L’archéologue avait émis l’opinion que le repas totémique était la seule cérémonie qui faisait partie intégrante du système totémique.
La théorie de Darwin14, qui décrit un père qui possède toutes les femelles en chassant ses fils, est une situation reconnue nulle part. L’organisation primitive que nous connaissons est constituée par une association d’hommes.
Freud invente le mythe du Père Primitif et offre une explication qui est la synthèse de deux hypothèses: l’origine de la peur de l’inceste et le désir d’assassiner le père.
Ce mythe, sur lequel est fondée toute la théorie psychanalytique, raconte qu’il existait un père tyrannique, tout puissant, qui voulait toutes les femmes pour lui-même.
Les sentiments des fils envers le père étaient contradictoires. Ils le haïssaient et l’aimaient simultanément. Ils l’admiraient et en même temps en étaient jaloux.
Un jour, les fils, qui ne supportaient plus cet état de choses, s’associèrent, créèrent une bande fraternelle et assassinèrent le père tyrannique.
Puis ils le mangèrent lors d’un repas rituel, voulant incorporer sa puissance et s’identifier à lui. Mais cet acte provoqua un sentiment de culpabilité.
La loi du père mort devint encore plus puissante après sa mort. La bande fraternelle fut alors soumise à la loi du père primitif par une obéissance rétrospective.
Le besoin sexuel et l’identification au père conduisirent chaque frère à vouloir devenir un nouveau tyran et garder toutes les femmes pour soi. Mais aucun n’était assez puissant pour conquérir la place du père disparu.
Ils comprirent que leur comportement avait divisé la société irrémédiablement. Ils établirent alors deux tabous fondamentaux: l’assassinat du père et l’accouplement avec la mère.
C’est exactement ces tabous qui sont à la base du complexe d’Œdipe.






III
LA RELATION DES DEUX MYTHES






Le mythe du père primitif tel qu’il a été écrit vingt-cinq siècles après la tragédie de Sophocle a été conçu comme une réponse à la question posée par la psychanalyse concernant l’universalité du complexe d’Œdipe. La réponse proposée par le mythe est claire. Dans toutes les sociétés humaines, on rencontre les deux tabous fondamentaux (l’interdiction de l’inceste et la prohibition du meurtre), qui caractérisent l’homme comme tel.
Dans la tragédie grecque, c’est la moralité qui amène Œdipe à se punir lui-même. Dans le mythe freudien, c’est le sentiment de culpabilité qui incite la bande des frères à renoncer à la jouissance et à obéir rétrospectivement à la loi du père.
Ces deux mythes décrivent un parricide.
Dans le mythe de Freud, les frères ont perpétré leur crime consciemment et collectivement, en voulant partager le lourd fardeau de l’acte criminel. Ils partagent d’ailleurs obligatoirement le repas pendant lequel ils mangent leur père.
Dans le mythe grec, Œdipe n’a pas conscience du parricide au moment de son acte, mais on peut pourtant remarquer deux points importants.
Le premier concerne l’oracle qui prédit le destin d’Œdipe. Cet oracle, Œdipe l’a demandé à Delphes et il l’a reçu pendant son séjour à Corinthe, quand il se croyait encore fils du roi de Corinthe. L’oracle qui le prévenait du meurtre de son père et de son mariage avec sa mère a été la raison de son départ loin de ceux qu’il croyait être ses parents. C’est donc la peur de la soumission à ce terrible oracle qui l’oblige de quitter Corinthe.
Les dieux veulent-ils alors le pousser à commettre cet acte?
La volonté des dieux peut-elle être autre que celle des hommes qui l’ont imaginée?
En tout cas, il faut souligner que nul ne peut avoir peur de quelque chose qu’il ne lui est pas possible de faire. En d’autres termes, Œdipe a peur de ses propres désirs.
Nous observons que même quand le messager lui apporte le message de la mort du roi de Corinthe, Œdipe reste inquiet à propos de l’effet de l’oracle






JOCASTE
À présent, ne viens plus t’encombrer le cœur de tout cela!
ŒDIPE
Mais pour ma mère? Cette crainte-la, je la garde;
ne dois-je pas la garder?
JOCASTE
Ne t’effraie pas à l’idée d’épouser ta mère:on a souvent vu,
Ici bas, des gens partager, en rêve, le lit maternel.
Il suffit de ne pas faire cas de ces choses-là,
et la vie est facile à porter.15



Œdipe a donc toujours peur de l’inceste, même si Jocaste, en essayant de l’apaiser, lui dévoile la vérité par laquelle, des siècles plus tard, la psychanalyse va expliquer le psychisme humain.
L’autre point remarquable souligné par les philologues se réfère au meurtre de Laïos. Le seul survivant de l'escorte de Laïos raconte que c’est un groupe de voleurs qui sont responsables de l’assassinat. À l’opposé de ce témoignage, Œdipe se réfère dans plusieurs vers 16 à un seul coupable.
Comment est-il possible que quelqu'un d’aussi intelligent qu’Œdipe, l’homme qui a résolu l’énigme du Sphinx, s’avère incapable de comprendre que c’est lui le meurtrier de Laïos? De faire la comparaison entre l’oracle révélé à Laïos et Jocaste et celui qui lui a été donné, et le rapport ente leur enfant abandonné avec les pieds percés, son histoire et ses propres pieds!
En exposant tous ces éléments, nous ne voulons pas prétendre qu’Œdipe savait consciemment qui il était, mais nous pouvons admettre qu’une partie de lui-même ne voulait pas comprendre la vérité de ses actions. Ses désirs sont alors inconscients, exactement comme les désirs refoulés rencontrés chez les névrosés.
Les sentiments ambivalents envers le père (conscients ou inconscients) accompagnent les fils de nos mythes.
Les sentiments de culpabilité et d’autopunition conduisent les héros vers une fin qui transmettra la dette des frères de la horde primitive et la transformera en la moralité d’Œdipe.



Conclusion



Nous observons que dans la tragédie d’Œdipe Roi de Sophocle, les oracles transmis par les dieux amènent Laïos à rejeter son fils parce qu’il craint pour sa vie et redoute le crime de l’inceste.
Ensuite, c’est Œdipe qui se retrouve face au même oracle, cherchant son identité, sans pouvoir y échapper.
Les enfants et les névrosés, dans leur imagination refoulée, ont le même sentiment de culpabilité face au père. Cette culpabilité dérive de la peur de voir réalisés leurs désirs refoulés et de recevoir la punition qui les accompagne.
Jocaste dit qu’elle a souvent vu les gens partager dans leur imagination le lit de leur mère. Freud, s’appuyant sur la même observation, construit la théorie sexuelle infantile et nomme complexe d’Œdipe le désir du fils envers sa mère et ses sentiments contradictoires envers son père.
Dans Totem et Tabou, Freud approche l’évolution intellectuelle du monde en parallèle avec l’évolution du psychisme individuel.
Dans le repas rituel de la bande fraternelle, nous assistons à l’incorporation de la puissance du père mort mais aussi à l’obéissance rétrospective à sa loi. De la même façon, le fils qui s’identifie à son père, en obéissant à la loi du père, sort du complexe d’Œdipe.




Notes
1 Σοφοκλής, Οιδίπους Τύραννος, Κάκτος 1993, p. 146, v. 1357-1366.
2 Sophocle, Œdipe Roi, Les Belles Lettres, Paris 1960, v. 1357-1366
3 D’où le nom d’Œdipe: en grec ancien, οίδημα =œdème, πούς = pied.
4 De même en grec.
5 J. Lacan, Le Séminaire livre V, Seuil, Paris 1998.
6 S. Freud, «Quelques conséquences psychiques de la différence anatomique entre les sexes», La vie sexuelle, PUF, Paris 1999.
7 Ibid.
8 S. Freud, Totem et tabou, Payot, Paris 1965, p. 186, 187.
9 Ibid., p.120.
10 Ibid., p.139.
11 Ibid., p. 40.
12 Ibid., p.210-219.
13 Ibid., p.199.
14 Ibid., p.213.
15 Sophocle, Œdipe Roi, op. cit., v. 975, 976, 980-983.
16 Ibid., p. 37, v. 124-125, 308, 139, 225, 230, 236.



Bibliographie


Dor J.,
Le père et sa fonction en psychanalyse, Point Hors Ligne, Paris 1989.
Freud S.,
Totem et tabou, Payot, Paris 1965.
La vie sexuelle, PUF, Paris 1999.
Essais de psychanalyse, Payot, Paris 1981.
Lacan J.,
Le Séminaire livre V, Seuil, Paris 1998.
Sophocle,
Οιδίπους Τύρανος, Κάκτος, Αθήνα, 1993.
Œdipe Roi, Les Belles Lettres, Paris 1960.


Source de Foto
Freud for Beginners, Writters and Readers Publishing Cooperative Ltd. Ιllustration Oscar Zarate



Pier Paolo PASOLINI - Italie 1967 1h50mn VOSTF - avec Silvana Mangano, Franco Citti, Alida Valli... D'après la tragédie de Sophocle.
http://www.cinemas-utopia.org/avignon/index.php?id=190&mode=film
http://pactd.wikispaces.com/Fall+Play
http://www.os3.gr/arhive_afieromata/gr_afieromata_alexis_minotis.html



Nous vous proposons de visiter les pages suivants:

Η Πατρική λειτουργία και η Επιθυμία της μητέρας
http://e-psychotherapia.blogspot.com/2010/09/blog-
post_8648.html
Etiologie des névroses 
Etiologie d’ hysterie 
Névrose obsessionnelle
La différence entre névrose et psychose
Sigmund Freud et le Verwerfung
Jacques Lacan et la forclusion